καταβαπτίζω


καταβαπτίζω
κατα-βαπτίζω, untertauchen, im Wasser ersticken, ersäufen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβαπτίζω — (AM) 1. (κυριολ. και συν. μτφ.) βυθίζω κάτι μέσα στο νερό, καταπνίγω 2. μτφ. κατακλύζω, καταπλημμυρίζω 3. εκκλ. βαπτίζω με αντικανονικό, με σχισματικό τρόπο μσν. 1. περιλούζω, καταβρέχω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βαπτίζω «βυθίζω»] …   Dictionary of Greek

  • καταβαπτίσει — καταβαπτίζω dip aor subj act 3rd sg (epic) καταβαπτίζω dip fut ind mid 2nd sg καταβαπτίζω dip fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτίσῃ — καταβαπτίζω dip aor subj mid 2nd sg καταβαπτίζω dip aor subj act 3rd sg καταβαπτίζω dip fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτιζόμεθα — καταβαπτίζω dip pres ind mp 1st pl καταβαπτίζω dip imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτισθέντα — καταβαπτίζω dip aor part pass neut nom/voc/acc pl καταβαπτίζω dip aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτίζει — καταβαπτίζω dip pres ind mp 2nd sg καταβαπτίζω dip pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτίζοντα — καταβαπτίζω dip pres part act neut nom/voc/acc pl καταβαπτίζω dip pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτίζουσι — καταβαπτίζω dip pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καταβαπτίζω dip pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτίζουσιν — καταβαπτίζω dip pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καταβαπτίζω dip pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτίσαι — καταβαπτίζω dip aor inf act καταβαπτίσαῑ , καταβαπτίζω dip aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαπτιζομένου — καταβαπτίζω dip pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.